Ταξιδιώτες ή απλώς κυνηγοί φαγητού;
Γράφει ο Τέλης Χινέλης
Απευθύνομαι κυρίως σε εμάς τους Έλληνες ταξιδιώτες, επειδή παρατηρώ ότι τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει μια εξαιρετικά ρηχή αντίληψη για το ταξίδι: πηγαίνουμε σε μια ξένη χώρα και το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης περιστρέφεται γύρω από το πού θα φάμε, τι θα δοκιμάσουμε, ποιο εστιατόριο «πρέπει οπωσδήποτε» να επισκεφθούμε και ποιο γλυκό είναι αρκετά εντυπωσιακό για να φωτογραφηθεί.
Ολόκληρες πόλεις, με αιώνες ιστορίας, τέχνης, αρχιτεκτονικής και ανθρώπινων αγώνων, συμπυκνώνονται σε έναν κατάλογο από ταβέρνες, αγορές και «κρυμμένα διαμαντάκια». Άνθρωποι επιστρέφουν από τη Ρώμη και μιλούν κυρίως για την καρμπονάρα. Από το Παρίσι θυμούνται τα κρουασάν. Από την Κωνσταντινούπολη τα κεμπάπ και τον μπακλαβά. Από τη Βιέννη τη σνίτσελ και το ζάχερ. Λες και ταξίδεψαν χιλιάδες χιλιόμετρα για να κάνουν κάτι που θα μπορούσαν, σε μεγάλο βαθμό, να κάνουν σε ένα καλό εστιατόριο της Αθήνας ή του Λονδίνου.
Δεν λέω ότι το φαγητό δεν αποτελεί μέρος του πολιτισμού. Φυσικά και αποτελεί. Μια τοπική κουζίνα μπορεί να μας πει πολλά για το κλίμα, τη γεωγραφία, τη φτώχεια ή την ευημερία ενός τόπου, τις μετακινήσεις πληθυσμών και τις ιστορικές επιρροές που τον διαμόρφωσαν. Άλλο όμως να χρησιμοποιείς το φαγητό ως μία πόρτα προς την κατανόηση ενός τόπου και άλλο να μετατρέπεις ολόκληρο το ταξίδι σε γαστρονομική κατανάλωση.
Ο σύγχρονος «travel foodie» συνήθως δεν ενδιαφέρεται πραγματικά ούτε για την ιστορία του πιάτου ούτε για τους ανθρώπους που το δημιούργησαν. Ενδιαφέρεται να φτάσει στο μαγαζί που είδε στο TikTok, να περιμένει σε μια τεράστια ουρά, να φωτογραφίσει το πιάτο πριν κρυώσει και να ανακοινώσει στους υπόλοιπους ότι «άξιζε το hype». Δεν ανακαλύπτει έναν πολιτισμό. Καταναλώνει ένα ακόμη προϊόν του τουριστικού αλγορίθμου.
Αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο τόσο ρηχό. Η γαστρονομία παρουσιάζεται ως δήθεν βαθιά πολιτιστική εμπειρία, ενώ συχνά δεν είναι τίποτε περισσότερο από κατανάλωση με έναν μανδύα κοσμοπολιτισμού. Ο ταξιδιώτης δεν χρειάζεται να γνωρίζει ποιος έχτισε την πόλη, ποιες αυτοκρατορίες πέρασαν από αυτήν, ποια γεγονότα διαμόρφωσαν τους κατοίκους της ή ποια έργα τέχνης γεννήθηκαν εκεί. Αρκεί να γνωρίζει πού βρίσκεται «το καλύτερο street food».
Έτσι, η Φλωρεντία παύει να είναι το λίκνο της Αναγέννησης και γίνεται μέρος για μπριζόλα. Η Νάπολη περιορίζεται στην πίτσα. Η Λισαβόνα στα pastel de nata. Η Βουδαπέστη στο γκούλας. Το Βερολίνο στο currywurst. Πολιτισμοί ολόκληροι μετατρέπονται σε μενού.
Υπάρχει κάτι σχεδόν θλιβερό σε αυτό. Στέκεσαι μπροστά σε έναν καθεδρικό ναό που χρειάστηκε αιώνες για να κατασκευαστεί, σε έναν αρχαιολογικό χώρο που επέζησε πολέμων και καταστροφών ή σε ένα μουσείο που περιέχει μερικά από τα σπουδαιότερα έργα της ανθρωπότητας—και το μυαλό σου βρίσκεται ήδη στην κράτηση για το βραδινό. Η τεράστια ανθρώπινη δημιουργία αντιμετωπίζεται σαν κενός χρόνος ανάμεσα σε δύο γεύματα.
Ακόμη πιο παράλογο είναι ότι πολλοί ταξιδιώτες ξοδεύουν δυσανάλογα ποσά για αυτή την εμπειρία. Μπορεί να αρνηθούν να πληρώσουν δεκαπέντε ή είκοσι ευρώ για ένα σημαντικό μουσείο, ένα ιστορικό ανάκτορο ή μια ξενάγηση που θα τους βοηθήσει να καταλάβουν την πόλη, αλλά θα δώσουν χωρίς δεύτερη σκέψη εξήντα ή ογδόντα ευρώ για ένα γεύμα που θα έχει ξεχαστεί μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Θεωρούν «τουριστική παγίδα» ένα μνημείο παγκόσμιας σημασίας, αλλά αυθεντική εμπειρία ένα υπερτιμημένο μαγαζί που έγινε διάσημο από influencers.
Και τελικά τι απομένει; Μερικές φωτογραφίες πιάτων που μοιάζουν με χιλιάδες άλλες. Μια σειρά από ανούσιες διαβεβαιώσεις ότι «λιώσαμε στο φαγητό», ότι «ήταν κόλαση» και ότι «πρέπει οπωσδήποτε να πάτε». Ελάχιστη γνώση, ελάχιστη κατανόηση, ελάχιστη προσωπική μεταμόρφωση. Έφαγες, φωτογράφισες, ανέβασες, ξέχασες.
Το πραγματικό ταξίδι απαιτεί περιέργεια. Απαιτεί να περπατήσεις, να παρατηρήσεις, να διαβάσεις, να συγκρίνεις. Να μπεις σε ένα μουσείο ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις πολλά για την τέχνη. Να επισκεφθείς ένα κοιμητήριο και να διαβάσεις τα ονόματα. Να δεις τις εργατικές συνοικίες και όχι μόνο το ιστορικό κέντρο. Να μάθεις για έναν πόλεμο, μια επανάσταση, μια θρησκευτική σύγκρουση ή ένα κοινωνικό κίνημα που σημάδεψε τον τόπο. Να χρησιμοποιήσεις τα μέσα μεταφοράς μαζί με τους κατοίκους. Να κοιτάξεις ψηλά τις προσόψεις των κτιρίων. Να αναρωτηθείς γιατί η πόλη έχει αυτή τη μορφή και γιατί οι άνθρωποί της ζουν με αυτόν τον τρόπο.
Αυτές οι εμπειρίες μπορεί να μη δημιουργούν τόσο εντυπωσιακές φωτογραφίες. Δεν έχουν λιωμένο τυρί, σιρόπια και τεράστιες μερίδες. Μπορούν όμως να αλλάξουν κάτι μέσα σου. Να διευρύνουν την αντίληψή σου για την ιστορία, την πολιτική, την κοινωνία και τον ίδιο σου τον εαυτό. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο σκοπός του ταξιδιού: να επιστρέψεις όχι απλώς χορτάτος, αλλά λίγο διαφορετικός από αυτόν που έφυγε.
Βεβαίως και θα φάμε όταν ταξιδεύουμε. Θα δοκιμάσουμε τοπικά πιάτα, θα καθίσουμε σε ένα όμορφο εστιατόριο και θα χαρούμε τη γεύση και την παρέα. Αλλά το φαγητό πρέπει να συνοδεύει το ταξίδι, όχι να το καταπίνει. Είναι μία ψηφίδα του πολιτισμού, όχι ολόκληρο το ψηφιδωτό.
Το να επισκεφθείς μια χώρα μόνο και μόνο για να δοκιμάσεις δέκα πιάτα δεν σε κάνει βαθύ γνώστη του πολιτισμού της. Σε κάνει έναν καταναλωτή που άλλαξε γεωγραφική τοποθεσία. Και το να διαθέτεις έναν κατάλογο με «must-eat» μαγαζιά δεν σημαίνει ότι γνώρισες μια πόλη. Σημαίνει απλώς ότι ακολούθησες αποτελεσματικά τις οδηγίες του διαδικτύου.
Οι πόλεις δεν είναι μπουφέδες. Οι χώρες δεν είναι θεματικά εστιατόρια και οι πολιτισμοί δεν υπάρχουν για να μας προσφέρουν περιεχόμενο. Πίσω από κάθε προορισμό βρίσκονται αιώνες δημιουργίας, συγκρούσεων, ιδεών, πίστης, εξουσίας, τέχνης και καθημερινής ανθρώπινης ζωής. Είναι κρίμα να ταξιδεύουμε τόσο μακριά και να επιστρέφουμε έχοντας γνωρίσει μόνο τη γεύση τους.
Γιατί στο τέλος, αν το σημαντικότερο πράγμα που έχεις να πεις για ένα ταξίδι είναι τι έφαγες, ίσως τελικά να μη γνώρισες ποτέ πραγματικά τον τόπο. Απλώς πέρασες από εκεί πεινασμένος.
