ΤΙΤΛΟΣ ΕΡΓΟΥ: «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ, ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΣΜΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟΤΡΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – Ελληνική Νησιωτική ΠΡΟβατοτροφία», με ακρωνύμιο «ΕΝΗΠΡΟ», της Δράσης Οικονομικός Μετασχηματισμός του Αγροτικού Τομέα, του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (MIS 5164849356).
Φορέας του έργου: IΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ / ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ «ΔΗΜΗΤΡΑ»
Υπεύθυνη του έργου: Δρ. Λουκία Αικατερινιάδου
Η προβατοτροφία στην Ελλάδα παρόλες τις ιδιαίτερες δυσκολίες των δύο τελευταίων χρόνων, εξακολουθεί να είναι ο σημαντικότερος κλάδος της κτηνοτροφίας και ένας από τους σημαντικότερους της πρωτογενούς παραγωγής με δεδομένο ότι τα μέχρι πρόσφατα πρόβατα αποτελούσαν το 39,12% του ζωικού κεφαλαίου, γεγονός που καθιστά την προβατοτροφία κυρίαρχο κλάδο αφού αντιπροσωπεύει σχεδόν το μισό πληθυσμό του ζωικού κεφαλαίου.
Η προβατοτροφία συμμετέχει στην ακαθάριστη αξία της συνολικής ζωικής παραγωγής κατά 3% και στο σύνολο της γεωργικής παραγωγής κατά 13% περίπου. Η χώρα μας εκτρέφει περίπου το 10% των προβάτων της Ε.Ε. και παράγει το 30% του συνολικού αιγοπρόβειου γάλακτος στην Ευρώπη.
Η ξεχωριστή σημασία αποδίδεται στην πλήρη συμβατότητα της με τις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας, καθώς και με άλλους πολιτισμικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες που επηρεάστηκαν από αυτήν, αλλά και καθόρισαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της άσκησης και της μακρόβιας επιβίωσης τους.
Συνεισφέρει στην περιφερειακή αγροτική ανάπτυξη, καθώς το ζωικό κεφάλαιο που διαθέτει σε συνδυασμό με το περιβάλλον, το παραγωγικό σύστημα και τα προϊόντα που παράγονται συμβάλλουν στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου παρέχοντας εισόδημα και απασχόληση σε χιλιάδες οικογένειες.
Σε σχέση με τους άλλους κλάδους της ζωικής παραγωγής πλεονεκτεί διότι με τις κατάλληλες συνθήκες εκτροφής δημιουργεί τη μικρότερη επιβάρυνση στο περιβάλλον. Στην Ελλάδα, οι εδαφοκλιματικές συνθήκες, καθώς και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στην παραγωγή πρόβειου γάλακτος από την Ε.Ε. προσδίδουν στην προβατοτροφία σημαντικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τους άλλους παραγωγικούς κλάδους της κτηνοτροφίας.
Στην παγκόσμια κατάταξη σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO (2017) η Ελλάδα είναι 3η στην παραγωγή πρόβειου γάλακτος γεγονός που καθιστά την προβατοτροφία πολύ σημαντική για τη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ετήσια παραγωγή για το 2021 ήταν 710.482 τόνοι που παράγονται από περισσότερα από 8.000.000 πρόβατα και φέρνουν τη χώρα στην πρώτη θέση παραγωγής πρόβειου γάλακτος ανάλογα με τον πληθυσμό. Σχεδιάγραμμα 1. (GCEE – Greek Cheese Exports Experts, 2020)
Σε ότι αφορά την παραγωγή τυροκομικών προϊόντων από πρόβειο γάλα, η χώρα βρισκόταν στην πρώτη θέση παγκοσμίως.
Σχεδιάγραμμα 2. (GCEE – Greek Cheese Exports Experts, 2020)
Με δεδομένο ότι η προβατοτροφία στην Ελλάδα σε σημαντικό βαθμό εξακολουθεί να ασκείται με παραδοσιακό τρόπο υπολείπεται σημαντικά εκείνης των προηγμένων ζωοτεχνικά χωρών. Οι βασικές αδυναμίες είναι
- Δυσκολία στην ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών που επηρεάζουν την οικονομική βιωσιμότητα και την απόδοση των εκτροφών (μηχανικό άρμεγμα, ηλεκτρονικές καταγραφές κ.λπ.)
- Υποτυπώδεις και συχνά ακατάλληλες σταβλικές εγκαταστάσεις που υποβαθμίζουν την υγεία και ευζωία του εκτρεφόμενου ζωικού κεφαλαίου
- Ελλιπής ζωοτεχνική κατάρτιση των εκτροφέων
- Ανεξέλεγκτη εισαγωγή ζωικού υλικού και αδυναμία παραγωγής γεννητόρων από εγχώριες φυλές
- Απουσία ορθολογικής χρήσης ή βελτίωσης υφιστάμενων βοσκότοπων
- Μικρό μέγεθος επιχειρήσεων – υψηλό κόστος ζωοτροφών
- Έλλειψη τεχνογνωσίας σε χρήση εναλλακτικών ζωοτροφών
- Ελλιπής ιχνηλασιμότητα και πιστοποίηση των παραγόμενων προϊόντων
- Παντελής έλλειψη πρωτοκόλλων διαχείρισης υγείας των ζώων – χρόνια καχεξιογόνα νοσήματα.
Οι νησιωτικές προβατοτροφικές εκμεταλλεύσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, την περιορισμένη διαθεσιμότητα υδατικών πόρων και την υποβάθμιση των φυσικών βοσκοτόπων, με αποτέλεσμα τη μείωση της ποσότητας και της ποιότητας της διαθέσιμης βοσκήσιμης ύλης. Ωστόσο, οι αυτόχθονες νησιωτικοί πληθυσμοί προβάτων έχουν διαμορφώσει, μέσω μακροχρόνιας προσαρμογής, σημαντικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας σε ξηροθερμικά περιβάλλοντα, σε συνθήκες περιορισμένης διαθεσιμότητας νερού, χαμηλής ποιότητας χορτονομής και έντονα υπερβοσκημένων βοσκοτόπων, καθώς και στις μεγάλες αποστάσεις μετακίνησης που απαιτούνται κατά τη βόσκηση σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Επιπλέον, η εντεινόμενη τουριστική ανάπτυξη σε παραδοσιακά κτηνοτροφικές περιοχές ασκεί σημαντική χωροταξική πίεση στις εκτροφές, περιορίζει τη διαθεσιμότητα βοσκήσιμων εκτάσεων και αναγκάζει τους κτηνοτρόφους να μεταβάλλουν τις διαχειριστικές πρακτικές τους, οδηγώντας συχνά σε εντατικοποίηση/αναπροσαρμογή των συστημάτων εκτροφής. Λόγω των παραπάνω, η σταδιακή εγκατάλειψη της παραδοσιακής βόσκησης και η υποβάθμιση των φυσικών βοσκοτόπων απειλούν όχι μόνο τη βιωσιμότητα των εκτροφών, αλλά και τη διατήρηση των ιδιαίτερων οργανοληπτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών των παραγόμενων γαλακτοκομικών προϊόντων, τα οποία συνδέονται άμεσα με τη μοναδική βιοποικιλότητα και τη βοτανική σύνθεση της νησιωτικής χλωρίδας.
Η προβατοτροφία στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στα νησιά, έχει ως χαρακτηριστικά την χαμηλή παραγωγικότητα και τις χαμηλές αποδόσεις με αποτέλεσμα να είναι επιτακτική η αναδιάρθρωση της.
Πρέπει να στηριχθεί σε τρεις άξονες που περιλαμβάνουν α) τον καθορισμό των στόχων ανάλογα με το σύστημα εκτροφής, β) τη διασφάλιση των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη του κλάδου σύμφωνα με τους στόχους που έχουν τεθεί και γ) την αύξηση της κερδοφορίας και την οικονομική βιωσιμότητα των προβατοτροφικών εκμεταλλεύσεων.
Αντικείμενο του προτεινόμενου έργου αποτελεί η ολιστική προσέγγιση της ελληνικής νησιωτικής κτηνοτροφίας, ώστε να προσαρμοστεί σε ανώτερα παραγωγικά πρότυπα, επιτυγχάνοντας γενικότερες κοινωνικοοικονομικές ωφέλειες για τις περιοχές αυτές. Για τον λόγο αυτό, σχεδιάζεται και υλοποιείται ένα ολοκληρωμένη επιχειρηματικό σχέδιο κύριο άξονα τη βελτιστοποίηση της οργάνωσης των νησιωτικών παραγωγικών συστημάτων με ιδιαίτερη έμφαση στη γενετική βελτίωση όχι μόνο στην γαλακτοπαραγωγή αλλά στην κρεοπαραγωγή, την υγεία, την αναπαραγωγή και τη διατροφή των ζώων.
Πρώτα αποτελέσματα
Από τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που έχουν μελετηθεί σχετικά με το γενετικό υλικό των προβάτων, έχουν συγκεντρωθεί και άλλα τεχνικοοικονομικά στοιχεία, με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, με σκοπό την διερεύνηση της παραγωγικότητας και οικονομικότητας της προβατοτροφίας στις περιοχές εφαρμογής του Προγράμματος ΕΝΗΠΡΟ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, τα ζώα που εκτρέφονται είναι κυρίως «ντόπια» αλλά και διασταυρωμένα με φυλές που θεωρούνται πιο παραγωγικές. Αναλυτικά στη Σκύρο εκτρέφονται Αιγιοπελαγίτικα πρόβατα, στον Άγιο Ευστράτιο Λήμνου και διασταυρωμένα με Χίου και Λέσβου, στην Κεφαλλονιά και Ιθάκη επικρατεί η φυλή Κεφαλληνίας (κάτσενο), στη Ζάκυνθο η φυλή Ζακύνθου, στις Κυκλάδες το αιγιοπελαγίτικο με διασταυρώσεις, στη νότια Εύβοια η φυλή Καρύστου και στην κεντρική Εύβοια η φυλή Κύμης, κλπ.
Το είδος της εκτροφής, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, είναι μικτή (γαλακτοπαραγωγική και κρεοπαραγωγική) με εξαίρεση στη Νάξο που είναι γαλακτοπαραγωγική λόγω της φημισμένης γραβιέρας.
Ο τύπος της εκτροφής στο 65% των εκμεταλλεύσεων είναι εκτατική, δηλαδή η εκτροφή των ζώων βασίζεται κυρίως στη βοσκή και η παραμονή τους στις σταυλικές εγκαταστάσεις γίνεται κατά τη διάρκεια των γεννήσεων. Στις περιοχές που έχει αναπτυχθεί ο τουρισμός (Κυκλάδες, Ιόνια νησιά) παρατηρείται η ημιενσταυλισμένη εκτροφή, κυρίως λόγω των περιορισμών των βοσκοτόπων.
Το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων παρουσιάζει μεγάλη διαφοροποίηση. Στον Άγιο Ευστράτιο συναντάμε μεγάλα κοπάδια (μέσο μέγεθος 650 ζώα), στη Σκύρο λίγο μικρότερα (μέσο μέγεθος 500 πρόβατα), στις άλλες περιοχές μικρότερα, ενώ στις Κυκλάδες οι εκμεταλλεύσεις είναι μικρές (λιγότερα από 100 ζώα), με εξαίρεση τη Νάξο (>200 ζώα).
Οι περισσότερες εκμεταλλεύσεις διαθέτουν σταβλικές εγκαταστάσεις (συνήθως πρόχειρες με ευτελή υλικά) και αποθηκευτικούς χώρους για τις ζωοτροφές, ενώ γενικά δεν διαθέτουν μηχανολογικό εξοπλισμό.
Με τις εργασίες της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης ασχολούνται ο ίδιος ο κτηνοτρόφος, όλο το χρόνο από 8 έως 20 ώρες την ημέρα, άλλα μέλη της οικογένειας (σύζυγος, παιδιά, γονείς) κυρίως την εποχή που τα ζώα γεννούν, και σε ελάχιστες περιπτώσεις και ξένοι εργάτες.
Ως προς τα παραγωγικά χαρακτηριστικά αναφέρονται τα εξής:
- Από τα προϊόντα της εκμετάλλευσης αξιοποιούνται μόνο το γάλα και το κρέας.
- Η γαλακτοπαραγωγή ανά προβατίνα συνολικά το χρόνο ποικίλει. Αναλυτικά από κάθε προβατίνα ανά ημέρα συλλέγεται 0,5-1,5 kg, ανάλογα με τη φυλή και τις συνθήκες εκτροφής, και η γαλακτική περίοδος διαρκεί 2-4 μήνες το χρόνο.
- Το γάλα διατίθεται συνήθως στα τυροκομεία της περιοχής σε μέση τιμή 1,4 Ευρώ. Στη Ζάκυνθο αναφέρεται πολύ χαμηλή τιμή 0,9 Ευρώ/κιλό ενώ στις Κυκλάδες φτάνει και τα 2 Ευρώ/κιλό.
- Παλιότερα κάποιοι κτηνοτρόφοι τυροκομούσαν οι ίδιοι αλλά τώρα διαθέτουν το γάλα στο τυροκομείο και μόνο όταν τα τυροκομεία κλείνουν παρασκευάζουν κάποια γαλακτοκομικά προϊόντα για ιδιοκατανάλωση.
- Ο μέσος δείκτης γονιμότητας- πολυδυμίας είναι από 1,0 έως 1,7.
- Τα αρνιά πωλούνται σε ηλικία 5-8 μηνών και το βάρος τους ανέρχεται σε 8-12 κιλά. Η τιμή τους ποικίλλει από 4-12 Ευρώ το κιλό.
- Εκτός από τα αρνιά πωλούνται και προβατίνες και κριάρια με μεγάλη διαφορά στην τιμή, σχεδόν στη μισή τιμή από τα αρνιά.
Για την αναπαραγωγική διαχείριση
- Η οχεία αρχίζει Απρίλιο και διαρκεί έως τον Αύγουστο. Η μέθοδος ζευγαρώματος είναι πάντα ελεύθερη. Μόνο σε μία εκμετάλλευση (Άγιος Ευστράτιος) εφαρμόζονται τεχνικές συγχρονισμού οίστρου και σε μία ακόμα (Κεφαλονιά) υποβοήθηση με μελατονίνη.
- Σε όλες τις εκμεταλλεύσεις χρησιμοποιούνται μόνο κριάρια της δική τους εκτροφής. Ο μέσος αριθμός των κριαριών είναι 5 κριάρια/100 προβατίνες. Σε κάποιες εκμεταλλεύσεις ο αριθμός των κριαριών είναι πολύ μεγάλος (1κριάρι/10 προβατίνες) γιατί εκτιμούν ότι αυτό επηρεάζει πολύ θετικά την γονιμοποίηση.
- Σε ελάχιστες περιπτώσεις τηρούνται αρχεία αποδόσεων, υποστηρίζουν όμως ότι «όλα τα δεδομένα τα καταγράφουν στο μυαλό τους».
- Ο μέσος αριθμός γεννήσεων ανά προβατίνα είναι μία φορά ετησίως (στις Κυκλάδες σε κάποιες εκμεταλλεύσεις καταγράφονται και 1,5 γεννήσεις), το ποσοστό γονιμότητας φτάνει το 100% και οι αποβολές είναι σπάνιες.
- Για την γενετική βελτίωση δεν εφαρμόζονται προγράμματα, δεν υπάρχει καταγραφή γενεαλογίας, ούτε οργανωμένοι έλεγχοι αποδόσεων, ούτε συστηματική αξιολόγηση από εξειδικευμένους επιστήμονες. Τα ζώα αναπαραγωγής επιλέγονται με βάση τις αποδόσεις τους (κυρίως στο γάλα), την πολυδυμία, τη διάρκεια παραγωγικής ζωής και τη σωματική διάπλαση.
Ζωοτροφές
- Τα κοπάδια βόσκουν σε φυσικά βοσκοτόπια ή σε ελαιώνες. Πέρα από βοσκοτόπια καλλιεργούνται και χωράφια με κριθάρι, βίκο, βρώμη και μηδική για βόσκηση από τα πρόβατα αλλά και για σανό το χειμώνα.
- Επιπλέον το χειμώνα ταΐζουν τα πρόβατα συμπληρωματικά με χονδροειδείς τροφές (μηδική και ενσιρωμένο καλαμπόκι), και συμπυκνωμένες (όπως κριθάρι, καλαμπόκι, πίτουρα, βαμβακόπιτα, σογιάλευρο, κλπ και εμπορικό μείγμα).
Γενικά σε περιοχές που ο πρωτογενής τομέας κυριαρχεί (Αγιος Ευστράτιος, Σκύρος, Εύβοια) η διατροφή των προβάτων καλύπτεται κυρίως από τη βόσκηση. Αντίθετα στις Κυκλάδες μεγάλο μέρος της διατροφής των προβάτων καλύπτεται από αγοραζόμενες συμπυκνωμένες ζωοτροφές έναντι της βοσκής.
Άρμεγμα
- Το άρμεγμα κυρίως γίνεται με τα χέρια, δύο φορές τη μέρα και διαρκεί 1-2 ώρες, ανάλογα με τον αριθμό των ζώων και των αρμεκτών. Μόνο στον Άγιο Ευστράτιο γίνεται 1 φορά τη μέρα και διαρκεί 6-8 ώρες γιατί ο αριθμός των ζώων είναι πολύ μεγάλος. Το γάλα συγκεντρώνεται σε ανοξείδωτα ή πλαστικά δοχεία. Στις περιπτώσεις που το τυροκομείο που το παραδίνουν είναι κοντά, το δίνουν αμέσως, ενώ στις περιπτώσεις που είναι μακριά, το συγκεντρώνουν σε παγολεκάνες και το παραδίνουν κάθε δυο μέρες.
Κτηνιατρική
- Ως προς την κτηνιατρική χορηγούνται αντιπαρασιτικά και κάνουν τα απαραίτητα εμβόλια για τις ασθένειες που αντιμετωπίζει κάθε περιοχή. Γενικά οι κτηνοτρόφοι αναφέρουν ότι δεν έχουν πρόβλημα με ασθένειες. Ειδικά για την μαστίτιδα υποστηρίζουν ότι εμφανίζεται σε λίγα πρόβατα κάθε χρόνο.
Παράλληλα έγινε και η γενετική ανάλυση με στόχο την ταυτοποίηση των τοπικών φυλών
Γνωρίζουμε ότι τα νησιωτικά πρόβατα της Ελλάδας είναι τοπικοί γενετικοί πόροι που δρουν ως δεξαμενές βιοποικιλότητα και ανθεκτικότητας στα τοπικά περιβάλλοντα (ξεροθερμικά περιβάλλοντα).
Η μακροχρόνια γεωγραφική απομόνωση, τα διαφορετικά περιβάλλοντα βόσκησης και τα τοπικά συστήματα διαχείρισης μπορούν να διαμορφώσουν διακριτούς πληθυσμούς προβάτων. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής: όταν αναλύουμε αυτούς τους πληθυσμούς με το ίδιο γονιδιωματικό εργαλείο, βλέπουμε σήματα γενετικής δομής και ποικιλότητας που μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διατήρηση αυτών των πληθυσμών;
Στο πρόγραμμα ΕΝΗΠΡΟ προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε τόσο τη γονοτυπική όσο και τη φαινοτυπική ποικιλότητα των ελληνικών νησιωτικών προβάτων. Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι να υποστηριχθεί η βιώσιμη αξιοποίηση αυτών των ανθεκτικών γενετικών πόρων και, στη συνέχεια, να σχεδιαστούν πιο στοχευμένα σχήματα διατήρησης και γενετικής βελτίωσης. Η γονοτύπηση πραγματοποιήθηκε με τη μικοσυστοιχία Illumina OvineSNP50 BeadChip, η οποία εξετάζει δεκάδες χιλιάδες γενετικούς δείκτες σε όλο το γονιδίωμα του προβάτου. Η δειγματοληψία περιλαμβάνε 288 ζώα από επτά ομάδες/φυλές. Πέντε από αυτές είναι επίσημα καταγεγραμμένες ελληνικές αυτόχθονες φυλές: Λέσβου, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Καρύστου και Κύμης. Τα Αστερούσια αντιπροσωπεύουν έναν τοπικό ορεινό πληθυσμό της Κρήτης, ενώ η ομάδα Αιγαίου είναι μια συγκεντρωτική αναλυτική ομάδα από περισσότερα νησιά (Λέσβος, Άγιος Ευστράτιος, Νάξος, Κέα, Σίφνος, Ίος, Σκύρος, Κύθνος). Από την πρώτη ανάλυση των αποτελεσμάτων, η Λέσβος, η Κεφαλληνία, η Ζάκυνθος και τα Αστερούσια εμφανίζουν την πιο καθαρή ομαδοποίηση, ενώ το Αιγαίο, η Κύμη και η Κάρυστος βρίσκονται σε πιο ενδιάμεσες θέσεις. Το διάγραμμα της γενετικής σύστασης με χρήση ειδικού μοντέλου δίνει παρόμοιο αποτελέσματα: το καλύτερο μοντέλο έχει τέσσερις κύριες συνιστώσες, αλλά οι διαφορές ανάμεσα στα εναλλακτικά μοντέλα είναι μικρές. Άρα η γενετική δομή υπάρχει, αλλά είναι συνολικά ήπια και όχι απόλυτα διακριτή.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι τα νησιωτικά αυτά πρόβατα δεν είναι όλα ίδια, αλλά δεν αποτελούν και πλήρως απομονωμένα γενετικά σύνολα. Η ανάλυση μάς δίνει μια προκαταρκτική βάση για στοχευμένη παρακολούθηση των τοπικών πόρων ανθεκτικότητας, αλλά και για περαιτέρω ανάλυση της συγκεντρωτικής ομάδας Αιγαίου σε επίπεδο επιμέρους νησιών.









